ζωντανός


ζωντανός
[зонданос] εκ. живой,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ζωντανός" в других словарях:

  • ζωντανός — ή, ό (Μ ζωντανός, ή, όν) αυτός που βρίσκεται στη ζωή, ο έμψυχος νεοελλ. 1. μτφ. ζωηρός, δραστήριος, ενεργητικός 2. (για εικόνα, περιγραφή ή αφήγηση) παραστατικός, εναργής, ζωηρός («ζωντανή περιγραφή») 3. (για κρέας ή ψάρι) νωπός, πολύ φρέσκος… …   Dictionary of Greek

  • ζωντανός — ή, ό 1. αυτός που ζει: Γύρισε ζωντανός από τον πόλεμο. 2. δραστήριος: Ζωντανός άνθρωπος. 3. παραστατικός: Ζωντανή περιγραφή. 4. ωμός: Το κρέας το φάγαμε ζωντανό. 5. ως ουσ., ζωντανό, το το ζώο: Τάισε τα ζωντανά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζωντανεύω — [ζωντανός] 1. επαναφέρω κάποιον στη ζωή, τόν αναζωογονώ, τόν ξαναζωντανεύω 2. μτφ. περιγράφω ή απεικονίζω κάτι με τόση παραστατικότητα, ώστε ο ακροατής, ο αναγνώστης ή ο θεατής να νομίζει ότι το βλέπει πράγματι να εξελίσσεται μπροστά του 3.… …   Dictionary of Greek

  • βιογένεση — Στη βιολογία, θεωρία σύμφωνα με την οποία κάθε ζωντανός οργανισμός προέρχεται από άλλον οργανισμό με τον οποίο έχει μεγάλες ομοιότητες (ομοιογένεση). Η αρχή της β., omne vivum ex vivo, δηλαδή κάθε ζωντανό από ζωντανό διατυπώθηκε από τον Όσκαρ… …   Dictionary of Greek

  • έμψυχος — η, ο (AM ἔμψυχος, ον) αυτός που έχει ψυχή, ζωή, κίνηση, ο ζωντανός («μὴ κτείνειν τὸ ἔμψυχον», Αριστοτ.) αρχ. 1. (για λόγο) ζωηρός, ζωντανός, δυνατός 2. κρύος, ψυχρός 3. το ουδ. ως ουσ. τὰ ἔμψυχα τα ζώα. επίρρ... εμψύχως ψυχωμένα, ζωηρά, δυνατά …   Dictionary of Greek

  • ζω — (AM ζῶ, άω και ήω Α και ζώω και κρητ. τ. δώω) 1. (για έμβια όντα) βρίσκομαι στη ζωή, υπάρχω, είμαι ζωντανός 2. συντηρούμαι στη ζωή, πορίζομαι τα προς το ζην, αποζώ, διατρέφομαι 3. διάγω τον βίο, διαμένω, κατοικώ, περνώ τη ζωή μου («ζει στα ξένα») …   Dictionary of Greek

  • έμβιος — ο (AM ἔμβιος, ον) αυτός που έχει μέσα του ζωή, ζωντανός νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο έμβιος γένος εμβιόπτερων εντόμων αρχ. 1. (για φυτά) αυτός που διατηρεί τις ιδιότητες τής ζωής μετά το κόψιμο και μπορεί να μεταφυτευθεί 2. ισόβιος …   Dictionary of Greek

  • έναυδος — ἔναυδος, ον (Α) 1. αυτός που έχει φωνή, που μιλεί, ζωντανός 2. (κατά τον Ησύχ.) «ἔμπνους, φωνήεις» …   Dictionary of Greek

  • ένσωμος — η, ο (AM ἔνσωμος, ον) [σώμα] ενσώματος μσν. αισθητός, ζωντανός αρχ. φρ. «ἔνσωμος φράσις» έκφραση που αναφέρεται με άμεσο τρόπο στα πράγματα, στην ουσία …   Dictionary of Greek

  • αγησίλαος — I Όνομα βασιλιάδων της Σπάρτης. 1. Α. Α’ (10ος 9ος αι. π.Χ.). Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του. Κατά τον Παυσανία, στα χρόνια του εφαρμόστηκαν οι νόμοι του Λυκούργου. Κατά τον Απολλόδωρο, βασίλευσε από το 920 έως το 877 …   Dictionary of Greek